δημεύω

δημ-εύω, ([etym.] δῆμος)
A seize as public property, esp. of a citizen's goods, confiscate, Th.5.60, And.1.51;

πολλὰ δ. διὰ τῶν δικαστηρίων Arist.Pol.1320a5

: abs., D.8.69,71:—[voice] Pass.,

τὰ δημευόμενα Arist.Ath.43.4

;

τῶν ἐκ προνοίας δεδήμευται τὰ ὄντα D.23.45

; later of persons,

ἐδημεύθη τὴν οὐσίαν Philostr.VS2.1.2

;

δημευθήσεσθαι Hdn.2.14.3

.
II generally, make public, δεδήμευται κράτος the power is in the hands of the people, E.Cyc.119:—[voice] Pass., also, to be published, Pl.Phlb.14d, 14e.
III δεδημευμένα ὀνόματα vulgarized, hackneyed words, Ammon.in Int.66.3.
IV = ἐνδημέω, and also, = δημαγωγέω, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δημεύω — seize as public property pres subj act 1st sg δημεύω seize as public property pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημεύω — δημεύω, δήμευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δημεύω — (AM δημεύω, Α και δημιεύω) [δήμος] ανακηρύσσω και καταλαμβάνω ως κτήμα τού δημοσίου περιουσία ή περιουσιακά στοιχεία («το κράτος θα δημεύσει τις περιουσίες τών λιποτακτών») αρχ. 1. δίνω κάτι στον δήμο, παρέχω στον λαό («δεδήμευται κράτος» η… …   Dictionary of Greek

  • δημεύω — δήμευσα, δημεύτηκα, δημευμένος, επιβάλλω, ως κρατική αρχή, την αφαίρεση της περιουσίας κάποιου: Όλα τα αυθαίρετα οικόπεδα δημεύονται από το κράτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεδημευμένα — δημεύω seize as public property perf part mp neut nom/voc/acc pl δεδημευμένᾱ , δημεύω seize as public property perf part mp fem nom/voc/acc dual δεδημευμένᾱ , δημεύω seize as public property perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημεύετε — δημεύω seize as public property pres imperat act 2nd pl δημεύω seize as public property pres ind act 2nd pl δημεύω seize as public property imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημεύσω — δημεύω seize as public property aor subj act 1st sg δημεύω seize as public property fut ind act 1st sg δημεύω seize as public property aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδημευμέναι — δημεύω seize as public property perf part mp fem nom/voc pl δεδημευμένᾱͅ , δημεύω seize as public property perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδημευμένον — δημεύω seize as public property perf part mp masc acc sg δημεύω seize as public property perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδημευμένων — δημεύω seize as public property perf part mp fem gen pl δημεύω seize as public property perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδημεῦσθαι — δημεύω seize as public property perf inf mp δημεύω seize as public property perf inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.